Το θάνατο φοβάμαι στης ζωής μου τη συνταγή. Κόβει το γλυκό με υλικά του ανεπιστρεπτί, ακόμα κι αν εμπεριέχεται συντηρητικό διαρκείας μακράς. Γνωστή η μάρκα του "προς τι;"
Φοβάμαι, ναι, σας λέω αλήθεια. Ιδίως, όταν είναι γύρω μου ή μπροστά μου. Γιατί κάνει το λάθος λήθη κι εμπίπτω στην κατηγορία των ηλιθίων του δεηθώμεν. Πίσω μου ας είναι. Δεν πειράζει. Δεν έχω σκοπό το τετέλεσται επίσημα να προσκαλέσω να με προσπεράσει. "Άφες αυτό", λέω, "να υπάρχει", ίσα ίσα να λογχίζω το πρόωρο να τρέξει. Ή το μετέωρο να θέλξει. Μ' αρέσει ο άρτος του απροσδόκητου να είναι ευλογημένος.
Αλλά ο θάνατος είναι εκεί. Το θνητό, το τμητό της ύπαρξης. Καμιά υποψία ότι αυτή η υποψία ενέχει άρση. Μόνο έπαρση. Γιατί ξέρει πως στη θέση της προσθέτει σιγουριά, όταν θέλει.
Φοβάμαι, κυρίως, όταν φεύγουν. Είμαι άμαθος, πιστέψτε με, στη διακοπή την αδιαπραγμάτευτη.
Το άλλο που φοβάμαι είναι να μη ζω.
