Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

An open invitation to my memories

1992


Kensington, West London


Student and in love


New Year's Eve


From the room above an endless hubbub
...


candles and red wine


ample time to drink my lover's kisses


we are alone


no money at all


only our bodies


only our hands


only our dreams back and forth...


...and so forth


and all of a sudden my baby kissed my nose and whispered:





Hello darkness, my old friend,
I've come to talk with you again,
Because a vision softly creeping,
Left its seeds while I was sleeping,
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence.

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone,
'Neath the halo of a street lamp,
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence.

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more.
People talking without speaking,
People hearing without listening,
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence.

"Fools" said I, "You do not know
Silence like a cancer grows.
Hear my words that I might teach you,
Take my arms that I might reach you."
But my words like silent raindrops fell,
And echoed
In the wells of silence.

And the people bowed and prayed
To the neon god they made.
And the sign flashed out its warning,
In the words that it was forming.
And the sign said, the words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls.
And whisper'd in the sounds of silence."


Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Καλά Χριστούγεννα, Κύριε...

                              Ω, παρακαλώ, καθήστε. Ξεσυνήθισα να δέχομαι κόσμο κι έπρεπε από την αρχή να σας προσφέρω κάθισμα. Είστε καλά; Μα τι λέω! Φαίνεστε. Είμαι τόσο χαρούμενος που ήρθατε να με δείτε. Μην κοιτάτε που δε σηκώνομαι, δε χαιρετώ... Δεν έχει απίστευτη υγρασία απόψε; Και να σκεφτεί κανείς πως πλησιάζουν Χριστούγεννα. Ναι, που λέτε, δε σηκώνομαι, δε χαιρετώ, δε γελάω. Πάει καιρός που ξέμαθα να γελάω. Ένα λικέρ; Ή κάτι πιο δυνατό; Ω, ευχαριστώ για τα λουλούδια, θα μου πάρει καιρό να τα βλέπω να σαπίζουν. Μου επιτρέπετε να τα βάλω στο μπουκάλι του κρασιού; Όσα χωράνε δηλαδή, γιατί μετά θα περπατήσω όλα τα δωμάτια του σπιτιού και θα αφήσω από ένα. Σα λιτανεία. Σαν Επιτάφιος. Και να σκεφτεί κανείς πως έρχονται Χριστούγεννα. Ναι, ξέρετε ότι περιφρονώ θρησκείες που έχουν επιτρέψει την ύπαρξη της Κου-Κλουξ-Κλαν -ναι, καλέ μου φίλε, δεν είναι δική μου ιδέα, του Ράσελ είναι-...επιτρέψτε μου τα γέλια, είναι που σήμερα το πρωί ξαναθυμηθήκα πως είμαι ανίκανος για οποιαδήποτε μετακίνηση... Το εννοώ... Οποιαδήποτε. Κι αυτό όπως καταλαβαίνετε μεταφράζεται σε απίστευτη νοσταλγία της παλιάς μου μαχητικότητας. Ναι, ναι, οι γονείς μου αργοπεθαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Κυνικός; Όχι, αγαπητέ μου, φίλε! Απλώς, καλός παρατηρητής. Να σαν τα λουλούδια σας. Γεννιούνται, βασιλεύουν και μετά σας ζητούν ασπιρίνη. Και σας διαβεβαιώ, όχι μόνο μία... Πλησιάστε... μα ελάτε τώρα, μην ντρέπεστε διόλου. Θέλω να σας δείξω κάτι. Να, αυτήν τη φωτογραφία. Βλέπετε αυτό το αγοράκι με τις μπούκλες δίπλα στον Άγιο-Βασίλη; Ναι, αυτό που τον κοιτάει κατάματα;  Καλά μαντέψατε! Εγώ είμαι. Κι ο γιος σας σ' αυτήν την ηλικία είναι; Να τον χαίρεστε! Μόνο μην τον αγαπήσετε πολύ, αν δεν είστε γενναίος. Μόνο οι γενναίοι το κάνουν αυτό. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Χτυπάει το κινητό σας; Μα τι απαίσιος θόρυβος είναι αυτός; Πώς τον αντέχετε; Συνήθως, απαγορεύω κάθε είδους ήχο στο σπίτι πλην αυτού του ρολογιού. Ο ήχος αυτός είναι καλλιγραφία της απώλειας. Και μ' αρέσει ό,τι αντανακλά την παιδική μου ηλικία. Μα και βέβαια από μικρός κατάλαβα ότι το μελάνι ξεραίνεται γρήγορα και ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Όλα τα άλλα θέλουν απαντήσεις και μάχες. Μα δε βλέπετε ότι βουρκώνω; Δεν απαιτώ και δε διεκδικώ τα νικητήρια ούτε τις ιαχές των αντιπάλων. Δε με θέλγει εμένα το αίμα, αν είναι παγωμένο μέσα στα μάτια της στιγμής. Και δε θέλω τα μάγουλά μου να τα τρίψει το γυαλόχαρτο του βλέμματός σας. Επειδή μου φέρατε μια ανθοδέσμη και τη συμπάθεια που μου χρωστούσατε από πέρυσι, πρέπει δηλαδή και να σας είμαι ευγνώμων; Σας παρακαλώ! Ό,τι φύτρωσε μέσα μου, εγώ δεν το ξεριζώνω. Και σας αφαιρώ κάθε δικαίωμα να κρυφογελάτε, όποτε δε σας βλέπω, επειδή απέκτησα άσπρες τρίχες. Και ποιος σας είπε, Κύριε, ότι, αν θέλω δεν μπορώ να σας κάνω χίλια κομμάτια; Ένας καλός καθρέφτης στοιχίζει λιγότερο από μια εφηβική χαρά. Λοιπόν, αρκετά! Αδειάστε μου τη γωνιά! Καλά Χριστούγεννα...Τι φανταστήκατε; Ότι θα υποκλιθώ στο χάος σας; Δε σας ζητώ παρά να με ξεχάσετε...








Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Σκέψεις των τελευταίων ημερών

Δε θέλω να στέκομαι σε στάση προσοχής, όταν ανταλλάσσουμε ιδέες.

"Υποχωρώ" μπορεί και να σημαίνει προετοιμάζω το "εισχωρώ". Είναι θέμα πρόθεσης.

Τα δίδυμα τέκνα "μεν, δε" αναζητούν γονείς.




Δε χρειάζεται να δρασκελίσεις τα σύνορα της χώρας σου, για να θεωρείσαι βλάκας διεθνούς επιπέδου.

Οι φίλοι δεν έχουν ούτε επικαλούνται δικαιολογίες. Οι δικαιολογίες έχουν πολλούς φίλους.

Δεν είσαι ακλόνητος, επειδή απλά και μόνο απολιθώθηκες.



Δε μου αρέσουν οι αποχαιρετιστήριες γιορτές.
Δε μου αρέσουν οι αποχαιρετιστήριες.
Δε μου αρέσουν οι.
Δε μου αρέσουν.
Δε μου.
Δε.

Μια μάχη δεν κερδίζεται με λόγια. Μονάχα αρχίζει μ' αυτά.

Είμαι αισιόδοξος.
Τον τελευταίο καιρό σιωπώ.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Το θάνατο φοβάμαι.

Το θάνατο φοβάμαι στης ζωής μου τη συνταγή. Κόβει το γλυκό με υλικά του ανεπιστρεπτί, ακόμα κι αν εμπεριέχεται συντηρητικό διαρκείας μακράς. Γνωστή η μάρκα του "προς τι;"




Φοβάμαι, ναι, σας λέω αλήθεια. Ιδίως, όταν είναι γύρω μου ή μπροστά μου. Γιατί κάνει το λάθος λήθη κι εμπίπτω στην κατηγορία των ηλιθίων του δεηθώμεν. Πίσω μου ας είναι. Δεν πειράζει. Δεν έχω σκοπό το τετέλεσται επίσημα να προσκαλέσω να με προσπεράσει. "Άφες αυτό", λέω, "να υπάρχει", ίσα ίσα να λογχίζω το πρόωρο να τρέξει. Ή το μετέωρο να θέλξει. Μ' αρέσει ο άρτος του απροσδόκητου να είναι ευλογημένος.




Αλλά ο θάνατος είναι εκεί. Το θνητό, το τμητό της ύπαρξης. Καμιά υποψία ότι αυτή η υποψία ενέχει άρση. Μόνο έπαρση. Γιατί ξέρει πως στη θέση της προσθέτει σιγουριά, όταν θέλει.




Φοβάμαι, κυρίως, όταν φεύγουν. Είμαι άμαθος, πιστέψτε με, στη διακοπή την αδιαπραγμάτευτη.

Το άλλο που φοβάμαι είναι να μη ζω.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Μη με ρωτάς...

Κλείνω τα μάτια. Παράλληλα, κλίνω κι ένα ρήμα. Σε όλους τους χρόνους. Σε όλες τις εγκλίσεις. Στο απαρέμφατο σκοντάφτει λίγο η ροή και τούτο, γιατί αίρεται το απρόσωπο του πράγματος. Μη με ρωτάς ποιο. Δε θα σου πω.
Σφίγγω τα χέρια. Πρώτα. Μετά τα δόντια. Είναι τελετουργική αφύπνιση αυτό. Λίγο πριν η μνήμη βάλλει το δικό της χέρι στην κατσαρόλα του μυαλού και πριν οι μνήμες-κρεμμυδότσουφλα στροβιλιστούν στο διάκενο του απαγορευμένου. Λίγο μετά μου κάνουν ένα δώρο. Μη με ρωτάς τι. Δε θα σου πω.











Τεντώνω τα αυτιά μου. Με πονούσαν από χθες. Κυματιστές ορδές χαχανητών, λυγμών, δακτυλογραφημένων καημών ταξιδεύουν γύρω μου, μπρος και πίσω. Με έναν, όμως, προορισμό. Μη με ρωτάς πού. Δε θα σου πω.
Στις παρειές γράφεται η λέξη αμήν. Εις διπλούν. Μόνο ένα μικρό υστερόγραφο στο άκρο των χειλιών αλλά αρκετά μελανό, ώστε να πικρίζει η όψη, κατρακυλά σα μαύρο μέλι: δήθεν. Μη με ρωτάς γιατί. Δε θα σου πω.


Ένα μόνο θα σου πω τραγουδιστά:
Γύρω-γύρω όλοι
στη μέση η στιγμή
γύρω-γύρω όλοι
στη μέση η σιωπή,
γύρω-γύρω όλοι
στη μέση όλα 
και τίποτα.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Εικόνες

Μια μικρή τρύπα στο  κεφάλι.
Σα μήλο ακομμάτιαστο
που το σκουλήκι επισκέπτεται.


Ένα κύτταρο αγκαλιάζει
έναν ίσκιο από ντροπή.
Η ζωή αποθηκεύεται.


Ένα ποτάμι φοράει το καλό του χρώμα
και στη χώρα του ξεραμένου του ματόχορτου σέρνεται.


Ένα χέρι ανοίγει την πόρτα.


Μια πλάτη κλείνει την πόρτα
κι από την ευτυχία  λυτρώνεται.





Μια σάρκα συλλαβίζει τον έρωτα
και η αλήθεια εξατμίζεται.


Μια εποχή παραπονιέται: "Η θύελλα ξεσκούφωσε τα σύννεφά μου και τα όνειρα."


Ένα όνειρο ονειρεύεται.


Μια λέξη σε ασκούριαστες σκανταλιές ξεκουράζεται.


Και μια καρδιά
φυτεύεται ξανά
από ευτυχισμένα χέρια


σε νέα ανενόχλητη συνενοχή.




για τις αγαπημένες μου φίλες 

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Περαστικοί...

άγνωστος:  Απομόνωσε, επιτέλους, την αποκρουστική σου αγνότητα.


άγνωστη:   Πικρή απόλαυση να απαλλαγείς από το ανέφικτο.


άγνωστος:  Μεταθάνατια εγκυμοσύνη ο κορεσμός. Στο τώρα πρέπει να ρωτάω τα πάντα από την αρχή. Να υποπτεύομαι τα χείλη των ποιητών που συντρίβουν το κρανίο μου. Να υποχωρώ. Μπροστά στο μάταιο. Να γελώ με κάθε ματαιωμένη ενέδρα μου.


άγνωστη:  Πώς και σε συνάντησα τυχαία;


άγνωστος:  Γιατί δεν είχα τίποτε πια να φοβηθώ. Κι εσύ ήρθες, όταν η αναπάντεχη πλοκή έπαψε να είναι μολυσμένη. Εσύ πώς στάθηκες στο πρώτο βλέμμα μου;


άγνωστη:  Γιατί κατάλαβα αμέσως την αχανή ανεξερεύνητη πρότασή σου: "Είμαι εδώ". Ήρθες μ' έναν προβολέα σκουριασμένο, μιαν ελπίδα φαγωμένη σα σκάλα ακαθόριστα ανάπηρη. Να, κοίτα την παλάμη μου. Τρέχουν πάνω της σαν άλογα κούρσας τα δάκρυα από τη γυμνή μου βεβαιότητα.


άγνωστος:  Και τι θα κάνεις, λοιπόν; Πώς θα σωθείς από την τυχαία ομηρία σου;


άγνωστη:  Θα σωθώ. Θα σ' αποφύγω μένοντας μέσα σου.













Και μετά έδωσαν ο ένας στον άλλο όνομα.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ετυμολογία

Ας προσπαθήσω να ετυμολογήσω.


'Φίλοι',
αν είναι στην ονομαστική
μάλλον από το μακρινό το 'σμίλη'.
Συνήθως, στην κλητική.
Τότε σίγουρα από το αμετάκλητο 'ήλιοι'.


'Πόνος',
σίγουρα αυτό μου έμαθαν
από το 'μόνος',
καθώς εραλδική ορθοστασία συμφώνου
δήλωση ανοιχτή βουβού προσώπου και αφώνου.









'Πεπρωμένο'.
Ε, αυτό ετυμολογείται κατά τας γραφάς.
'Πετρωμένο'.
Αν είναι δε και κατ' επιταγήν,
ή πλεονάζον ή ακμάζον ή έστω ακατανόητο,
παράφωνο κι απόκρημνο,
τότε συγγένεια εκλεκτική
έχει με το 'αλλοιωμένο' ή 'λιωμένο'.


'Πένθος'.
Ε, αυτό ετυμολογείται κατά τας εποχάς.
Συναισθήματος 'έθνος'.


'Αγάπη'.
Μιας Κυριακής η άκρη.


'Ζωή'.
Εδώ πολλοί ερίζουνε πως είναι οι γονείς.
Τα 'μη', τα 'πώς', τ' ασκόρπιστα 'γιατί',
μια γειτονιά των 'πρέπει'
το δένω λύνω του 'μαζί'
και μια στενόμακρη απρόφταστη 'σιγή'
που ρέπει.












Αφιερωμένο στους φίλους μου Άθω Γεωργίου, Βασίλη Νικολόπουλο, Νικόλα Κορδατζάκη.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

        Γιατί για κάποιους ανθρώπους αξίζει να είσαι εδώ, εκεί, κοντά, μέσα, γύρω. Και όλα αυτά επί λέξει και ... εκ καρδίας!



Χαίρομαι που σας βρίσκω εκ νέου!      


Απόστολος