Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Το θάνατο φοβάμαι.

Το θάνατο φοβάμαι στης ζωής μου τη συνταγή. Κόβει το γλυκό με υλικά του ανεπιστρεπτί, ακόμα κι αν εμπεριέχεται συντηρητικό διαρκείας μακράς. Γνωστή η μάρκα του "προς τι;"




Φοβάμαι, ναι, σας λέω αλήθεια. Ιδίως, όταν είναι γύρω μου ή μπροστά μου. Γιατί κάνει το λάθος λήθη κι εμπίπτω στην κατηγορία των ηλιθίων του δεηθώμεν. Πίσω μου ας είναι. Δεν πειράζει. Δεν έχω σκοπό το τετέλεσται επίσημα να προσκαλέσω να με προσπεράσει. "Άφες αυτό", λέω, "να υπάρχει", ίσα ίσα να λογχίζω το πρόωρο να τρέξει. Ή το μετέωρο να θέλξει. Μ' αρέσει ο άρτος του απροσδόκητου να είναι ευλογημένος.




Αλλά ο θάνατος είναι εκεί. Το θνητό, το τμητό της ύπαρξης. Καμιά υποψία ότι αυτή η υποψία ενέχει άρση. Μόνο έπαρση. Γιατί ξέρει πως στη θέση της προσθέτει σιγουριά, όταν θέλει.




Φοβάμαι, κυρίως, όταν φεύγουν. Είμαι άμαθος, πιστέψτε με, στη διακοπή την αδιαπραγμάτευτη.

Το άλλο που φοβάμαι είναι να μη ζω.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Μη με ρωτάς...

Κλείνω τα μάτια. Παράλληλα, κλίνω κι ένα ρήμα. Σε όλους τους χρόνους. Σε όλες τις εγκλίσεις. Στο απαρέμφατο σκοντάφτει λίγο η ροή και τούτο, γιατί αίρεται το απρόσωπο του πράγματος. Μη με ρωτάς ποιο. Δε θα σου πω.
Σφίγγω τα χέρια. Πρώτα. Μετά τα δόντια. Είναι τελετουργική αφύπνιση αυτό. Λίγο πριν η μνήμη βάλλει το δικό της χέρι στην κατσαρόλα του μυαλού και πριν οι μνήμες-κρεμμυδότσουφλα στροβιλιστούν στο διάκενο του απαγορευμένου. Λίγο μετά μου κάνουν ένα δώρο. Μη με ρωτάς τι. Δε θα σου πω.











Τεντώνω τα αυτιά μου. Με πονούσαν από χθες. Κυματιστές ορδές χαχανητών, λυγμών, δακτυλογραφημένων καημών ταξιδεύουν γύρω μου, μπρος και πίσω. Με έναν, όμως, προορισμό. Μη με ρωτάς πού. Δε θα σου πω.
Στις παρειές γράφεται η λέξη αμήν. Εις διπλούν. Μόνο ένα μικρό υστερόγραφο στο άκρο των χειλιών αλλά αρκετά μελανό, ώστε να πικρίζει η όψη, κατρακυλά σα μαύρο μέλι: δήθεν. Μη με ρωτάς γιατί. Δε θα σου πω.


Ένα μόνο θα σου πω τραγουδιστά:
Γύρω-γύρω όλοι
στη μέση η στιγμή
γύρω-γύρω όλοι
στη μέση η σιωπή,
γύρω-γύρω όλοι
στη μέση όλα 
και τίποτα.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Εικόνες

Μια μικρή τρύπα στο  κεφάλι.
Σα μήλο ακομμάτιαστο
που το σκουλήκι επισκέπτεται.


Ένα κύτταρο αγκαλιάζει
έναν ίσκιο από ντροπή.
Η ζωή αποθηκεύεται.


Ένα ποτάμι φοράει το καλό του χρώμα
και στη χώρα του ξεραμένου του ματόχορτου σέρνεται.


Ένα χέρι ανοίγει την πόρτα.


Μια πλάτη κλείνει την πόρτα
κι από την ευτυχία  λυτρώνεται.





Μια σάρκα συλλαβίζει τον έρωτα
και η αλήθεια εξατμίζεται.


Μια εποχή παραπονιέται: "Η θύελλα ξεσκούφωσε τα σύννεφά μου και τα όνειρα."


Ένα όνειρο ονειρεύεται.


Μια λέξη σε ασκούριαστες σκανταλιές ξεκουράζεται.


Και μια καρδιά
φυτεύεται ξανά
από ευτυχισμένα χέρια


σε νέα ανενόχλητη συνενοχή.




για τις αγαπημένες μου φίλες 

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Περαστικοί...

άγνωστος:  Απομόνωσε, επιτέλους, την αποκρουστική σου αγνότητα.


άγνωστη:   Πικρή απόλαυση να απαλλαγείς από το ανέφικτο.


άγνωστος:  Μεταθάνατια εγκυμοσύνη ο κορεσμός. Στο τώρα πρέπει να ρωτάω τα πάντα από την αρχή. Να υποπτεύομαι τα χείλη των ποιητών που συντρίβουν το κρανίο μου. Να υποχωρώ. Μπροστά στο μάταιο. Να γελώ με κάθε ματαιωμένη ενέδρα μου.


άγνωστη:  Πώς και σε συνάντησα τυχαία;


άγνωστος:  Γιατί δεν είχα τίποτε πια να φοβηθώ. Κι εσύ ήρθες, όταν η αναπάντεχη πλοκή έπαψε να είναι μολυσμένη. Εσύ πώς στάθηκες στο πρώτο βλέμμα μου;


άγνωστη:  Γιατί κατάλαβα αμέσως την αχανή ανεξερεύνητη πρότασή σου: "Είμαι εδώ". Ήρθες μ' έναν προβολέα σκουριασμένο, μιαν ελπίδα φαγωμένη σα σκάλα ακαθόριστα ανάπηρη. Να, κοίτα την παλάμη μου. Τρέχουν πάνω της σαν άλογα κούρσας τα δάκρυα από τη γυμνή μου βεβαιότητα.


άγνωστος:  Και τι θα κάνεις, λοιπόν; Πώς θα σωθείς από την τυχαία ομηρία σου;


άγνωστη:  Θα σωθώ. Θα σ' αποφύγω μένοντας μέσα σου.













Και μετά έδωσαν ο ένας στον άλλο όνομα.